Δευτέρα 25 Αυγούστου 2008

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ

Αγανός= λεπτός, αραιός,αλποτινάζομαι= τινάζομαι ξαφνικά,αμποριά= είσοδος, πέρασμα ανάμεσα σε φράχτη, ανεμένω= απομένω,απάγκειο= υπήνεμο, απιστομιέμαι= πέφτω, απ' κατούλια= λίγο πιο κάτω, αποκοντριάζομαι= απογοητεύομαι, τα χάνω, αραήλιασμα= ζάλη από τον ήλιο, ηλίαση, αποσταίνω= κουράζομαι (μετοχή: αποσταμένος), αστοχάω= λησμονώ, ξεχνώ, αστραπόβολο= κεραυνός, άτυχα (-νιώθω)= λιποψυχιά, λιποψυχώ. Βαΐζω= γέρνω,βάντα= κλαδί δέντρου, βοδώνω= προλαβαίνω, βουλήθηκε (αόρ.)= σκέφθηκε, αποφάσισε, βύσαλο= πέτρινο κάλυμμα τσουκαλιού.γκαϊδός= αλλήθωρος, γκανιάζω= κλαίω γοερά, διαμαρτύρομαι έντονα, γκώνομαι= χορταίνω. Διάτα= συμβουλή, προτροπή, δοκιέμαι= αντιλαμβάνομαι,ζέχνω= βρωμάω. Ειδίσματα= είδη, αποσκευές, είδωλο= παράλλαμα, ομοίωμα ανθρώπου (ύστερα από εξαντλητική αρρώστια). Θαμαίνομαι= θαυμάζω, παραξενεύομαι,Ιλάρι= βαρύ, πολύ φαγητό, (ρήμα: ιλαρώνω). Καθάρσιο= καθαρτικό, κάνε (επιρ.) = τουλάχιστο, καταχόβι= περίοδος, χρονική φορά, κεράνη= ο χώρος του σπιτιού μεταξύ ταβανιού και στέγης , κλαβανή ή γλαβανή= άνοιγμα του πατώματος προς τα κάτω, κλειτσίκια= τα άκρα του σώματος, κονάκι= βλάχικη καλύβα, κορομούζι= ο κωνικός καρπός του καλαμποκιού, κοτρίδι= άγουρο φρούτο, κρένω= μιλώ (στον αόριστο: έκρινα), κωλοτούμπα= στροφή, τούμπα στον αέρα. Λαγκιόλι= η δίπλα του φουστανιού, της φουστανέλας,αλάνταβος= αδέξιος, χαζός, λεσιά= πρόχειρη ξύλινη γέφυρα, πρόχειρο φορείο, λιθοπάτι= μόλυνση και διαπύηση του πέλματος του ποδιού, λούγκα= απόστημα. Μανιά= η γιαγιά, μαργώνω= κρυώνω, μάσια= τσιμπίδα του τζακιού, μέσκλα= ζέσκισμα, (ρ. μεσκλίζομαι), μέχομαι= επιθυμώ έντονα, μουντός= σκούρος, σκοτεινός, μούσγα= μούσκεμα, πολύ βρεγμένος, μπαΐρι= ακαλλιέργητη γη, μπάκαι= μπας και, μήπως, μπόλια= μαντήλι κεφαλιού, μπουκουβάλα= πρόχειρο φαγητό από ψωμί και τυρί ανακατεμένα. Νεροτριβιά= μαντάνι, (δηλαδή εργαστήρι κατεργασίας μάλλινων υφαντών σε κάδο με νερό), ντιριέμαι= συγκρατούμαι, διστάζω, ντορός= ίχνος, πατημασιά. Ξάι= αλεστικό δικαίωμα σε είδος, ξεσάρκωτος= γυμνός, ξεστρεμματίζω= σκάβω βαθιά τη γη, το χωράφι, ξοίκι= έλλειμμα, ζημιά, ξοίκικος= λιποβαρής. Οβολιός= λιθοσωρός μέσα ή στην άκρη χωραφιού, οϊδίζω= μοιάζω, ουξιά (στη φράση: δεν έχω ουζιά) = δεν έχω εξουσία, δυνατότητα, ότοπο= επί τόπου. Παγανά= καλικάτζαροι, παλαμοδέρνω= πληγώνομαι στα πέλματα των ποδιών, καταπονούμαι, παπάρα= πρόχειρο φαγητό με ψωμί μουσκεμένο σε ζεστό νερό και λάδι, παραθύρα= μικρό ντουλάπι στον τοίχο, παρασταίνω= φέρνω την αγελάδα στον ταύρο για οχεία (βάτεμα), παραστιά= η εστία του τζακιού, παράωρα= περασμένη ώρα, αργά, παρμάρα= ασθένεια των αιγοπροβάτων με παράλυση των ποδιών, πατωσιά= το κάτω μέρος ή κάτω πεζούλι χωραφιού, Πέφτη= η Πέμπτη, πεδικλώνω= δένω τα πόδια (παράγωγα: πεδίκλι, πεδίκλωμα), πιδολόγα= πανί συμπιεσμένο, πλαντάζω= ξαφνιάζομαι, συγκλονίζομαι, πλαστήρι= ξύλινο εργαλείο της κουζίνας (παράγωγο : πλάστης = που πλάθονται, ανοίγονται τα φύλλα για πίτα), πλάνο= δόλωμα, πορεύω= περνώ, διάγω, πιστρώνομαι ή απιστρώνομαι= κάθομαι, προβέντα= το ψωμί, η στολισμένη κουλούρα του γάμου, προσάναμμα= φρύγανο εύφλεκτο για άναμμα φωτιάς. Ρεκάζω= φωνάζω τρομαγμένος, κραυγάζω, ρέβω= λιώνω, σαπίζω, ρίγλα= ολόγιομος, ρόι= επιτραπέζιο δοχείο λαδιού (ο καμψάκης των αρχαίων). Σαγάνι= χαλκωματένιο πιάτο, σάτσι= η γάστρα που ψήνουν το ψωμί, την πίτα κλπ., σάψαλο= ερείπιο (ρήμα: σαψαλιάζω), σβόιρας= δραστήριος, ανήσυχος, σέα= αποσκευές, σιά (πρόθεση)= προς, σημείο= ο σακάτης, σιαπανίσιος= βουνίσιος, σόμπολο= μικρή πέτρα, σπαλέτο= μάλλινη εσάρπα, σπολλάκι= σπολλάτη, εις πολλά έτη, σπούρνη= ανθρακιά, σταφνίζω= (από το στάφνος: ζυγός) απορυθμίζω (και σύνθετο ρ. ξεσταφνίζω), στούμπος= πέτρα (ρ. στουμπάω: τρίβω), στρέει= στέργει, πέφτει η κατάρα, συμπάω (εννοεί τη φωτιά) = ανασκαλεύω, ανακατεύω, συμπράγκαλα= αποσκευές, σύφερο= σκεύος. Τάλαρος= βαρέλι ανοιχτό στο ένα μέρος, ταρναρίζω= κουνάω, τελεύομαι= κουράζομαι, εξαντλούμαι, τέμπλα= λεπτό μακρύ δοκάρι, Τετράδη= η Τετάρτη, τζαμάρα= είδος φλογέρας, σάλπιγγα, Τρυγητής= ο μήνας Σεπτέμβριος, τσάκνο= μικρό ξυλαράκι, τσαμπαρχάλι= προεξοχή, άγκιστρο που χρησιμοποιείται για κρεμάστρα, τσίτσα= ζύλινο δοχείο κρασιού, Φλούσι= το φύλλο που περιβάλλει τον κώνο (κορομούζι) του καλαμποκιού. Χαλεύω= ζητώ, ψάχνω, χαλές= αποχωρητήριο, χαμχούγιας= ηλίθιος, χαζός, χεράμι= είδος κουβέρτας υφαντής στον αργαλειό, χλίβομαι= παιδεύομαι, θλίβομαι (παράγωγα: χλιμμένος, χλιβερός, χλιμάρα), χολογιέμαι= στενοχωριέμαι, χτίρι= κατεδαφισμένο σπίτι, οικόπεδο, χρίνα (από το χρίω)= χρωματισμένος, λερωμένος. Ψάνη= χλωρός σπόρος του σιταριού.

Η Ευρυτανία κατά την Τουρκοκρατία

Η μορφολογία του εδάφους συντελεί άμεσα ώστε να αποτελέσει η περιοχή της Ευρυτανίας, τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, το πρώτο ορμητήριο της κλεφτουριάς. Πολλοί κυνηγημένοι Έλληνες εύρισκαν καταφύγια στ' άγρια φαράγγια και τις κλεισούρες της, στις απάτητες βουνοκορφές και τις απόκρυφες σπηλιές της. Έτσι η Ευρυτανία αποτελεί τη μαγιά των πρώτων άτακτων σωμάτων που σταδιακά θα εξελιχθούν σε στρατιωτικούς πυρήνες για να επεκταθούν σ’ όλη την Ελλάδα.
Για 400 χρόνια "τ' Άγραφα" έγιναν το καταφύγιο της ελληνικής φυλής και φύλαξαν τον πληθυσμό τους ανόθευτο. Τα πιο πολλά χωριά δεν γνώρισαν την τουρκική κατοχή, αφού με τη "Συνθήκη του Τσαμασιού" (Καρδίτσας, 10 Μαΐου 1525), ανανεώνονται τα προνόμια που είχαν οι Ευρυτάνες από τον 8ο αιώνα και ουσιαστικά απαγορεύεται η εγκατάσταση τουρκικών οικογενειών εδώ. (Παράβασή της αποτέλεσε η εγκατάσταση τουρκικών οικογενειών στο Καρπενήσι).
Όλα αυτά, σε συνάρτηση με την αδιαφορία των Τούρκων δυσπρόσιτους και απροσπέλαστους ορεινούς όγκους της περιοχής, θα την οδηγήσει σε μια αξιόλογη οικονομικοπολιτιστική ανάπτυξη με σημαντική δημογραφική πύκνωση του πληθυσμού του, σε αντίθεση με τις γειτονικές περιοχές όπου ο έλεγχος της τουρκικής εξουσίας ήταν ασφυκτικός.
Κεφαλαιώδης υπήρξε η προσφορά των Ευρυτάνων στον αγώνα για την επιβίωση του έθνους αφού ο τόπος υπήρξε το φυτώριο και η χύτρα του εθνικού αγωνιστικού πνεύματος για την απελευθέρωση.
Εδώ οργανώθηκαν τα πρώτα και τα μεγαλύτερα αρματολίκια.